Συνέντευξη Γεώργιου και Φλωρίκας Βλάχου

Την συνέντευξη πήρε η Μαρία Παπαϊωάννου

Έτη γέννησης 1930 & 1937

Ερώτηση: Πώς σας λένε;

Απάντηση: Βλάχος Γεώργιος του Κωνσταντίνου.

Ερώτηση: Πότε γεννηθήκατε;

Απάντηση: 1930.

Ερώτηση: Θυμάστε ημερομηνία;

Απάντηση: 30 Ιουλίου έλεγε η πεθερά μου.

Ερώτηση: Που γεννηθήκατε;

Απάντηση: Στο Κωσταράζι πάνω.

Ερώτηση: Οι γονείς σας ποιοι ήταν;

Απάντηση: Και ο μπαμπάς μου και η μάνα μου από το Κωσταράζι ήτανε.

Ερώτηση: Το όνομά τους;

Απάντηση: Τη μάνα μου Την έλεγαν Σουλτάνα, τον μπαμπά μου τον έλεγαν Κώστα.

Ερώτηση: Και οι δύο Κωσταραζινοί λοιπόν. Γεννηθήκατε πάνω στο Κωσταράζι.

Απάντηση: Ο μπαμπάς μου είναι το 1901 ένα γεννημένος. Το 1903 ήταν η μάνα μου. Υπόφεραν πολύ.

Ερώτηση: Μάλιστα. Σχολείο πήγατε εσείς εκεί πέρα.

Απάντηση: Τρία χρόνια πήγα στο σχολείο. Μετά κάηκε κάηκε το σχολείο, δάσκαλοι δεν ήταν… Δεν πήγαμε στο σχολείο ύστερα.

Ερώτηση: Τι δουλειά έκαναν οι γονείς σας;

Απάντηση: Κτηνοτρόφοι ήταν.

Ερώτηση: Εσείς τι δουλειά κάνατε στη ζωή σας γενικά;

Απάντηση: Εγώ ήμουν κτηνοτρόφος. Μετά έπαθα μία ζημιά, και πήγα στις οικοδομές, έγινα οικοδόμος.

Ερώτηση: Πολύ καλά. Λοιπόν. Γέννημα θρέμμα του Κωσταραζίου. Γεννηθήκατε εκεί, μεγαλώσατε εκεί. Θυμάστε το 1940 Πότε κηρύχθηκε ο πόλεμος εκείνη τη μέρα;

Απάντηση: Πως δεν θυμάμαι.

Ερώτηση: Μπορείτε να μου πείτε;

Απάντηση: Ήμασταν πάνω στο παλιό το Κωσταράζι. Τον μπαμπά μου τον είχανε πάρει φαντάρο. Επιστράτευση. Ήταν του Υγειονομικού, πότε στη Μικρά Ασία που είχε πάει. Είχαν ένα ράδιο παλιά στο χωριό. Ένας μυλωνάς ήταν. Αυτόν τον σκότωσαν κιόλας οι Γερμανοί. Το ράδιο αυτό που είχαν βάλει στην πλατεία και άκουγαν όλοι πως ξεκίνησε ο πόλεμος. Πως πήγαιναν τα πράγματα. Και βγήκαμε στα υψώματα πάνω. Να πάμε να δούμε τα όπλα που έβαλλαν, και οι φωτιές.

Ερώτηση: Που πάνω στο Βίτσι που έριχναν;

Απάντηση: Στον Γράμμο.

Ερώτηση: Α, τα βλέπατε; Φαινότανε; η επίθεση στα σύνορα;

Απάντηση: Από πάνω από το χωριό. Φαινόταν στα βουνά απέναντι. Ξεκίνησαν με το να βομβαρδίζουν.

Ερώτηση: Οι Ιταλοί;

Απάντηση: Οι Ιταλοί. Το χωριό μας το ‘χουν βομβαρδισμένο Ιταλοί.

Ερώτηση: Μάλιστα. Βομβάρδισαν μία φορά, ή έρχονταν συχνά;

Απάντηση: Κάθε μέρα έρχονταν τα αεροπλάνα. Αλλά μία φορά ήρθαν στο χωριό το βομβάρδισαν και σκότωσαν 4 άτομα.

Ερώτηση: Ποιους; θυμάστε ονόματα; Να μου πείτε ονόματα Ποιος σκότωσαν;

Απάντηση: Μία ήταν γυναίκα. Φούλα Παχή Την έλεγαν. Του Βλάχου. Βλάχου συγγενείς ήμασταν. Ένας άντρας, Χρυσόστομος Παπανικολάου. Πρώτος μου ξάδερφος. Και ένας άλλος παππούς. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Παππούς ήτανε. Και ένα άλλο παιδί. Δεν θυμάμαι πώς λεγόταν του Αριστείδη το παιδί. Του Βαγγέλη αδερφός. Τέσσερα άτομα σκοτώθηκαν.

Ερώτηση: Τέσσερα άτομα σκοτώθηκαν στον βομβαρδισμό. Ο βομβαρδισμός αυτός πότε έγινε;

Απάντηση: Το ’40 με ’41. Τότε που γινόταν ο πόλεμος στην Αλβανία.

Ερώτηση: Τότε το χειμώνα;

Απάντηση: Τον χειμώνα ναι. Αν ήταν πιο νωρίς το φθινόπωρο, θα σε γελάσω.

Ερώτηση: Εντάξει. Γενικά είχατε προβλήματα με τους Ιταλούς;

Απάντηση: Οι Ιταλοί- πρώτα ήρθαν στην Καστοριά. Οι Γερμανοί κατέβηκαν από το Σκόπια. Και ήρθαν στο Αμύνταιο, και από κει στην Καστοριά. Εδώ στο Δισπηλιό έκαναν πόλεμο. Που σκοτώθηκε πολύς κόσμος. Οι δικοί μας έπιασαν το ύψωμα αυτό του Δισπηλιού. Ένα Τάγμα που ήταν. Γέμισε αυτοκίνητα όλος ο δρόμος μέχρι την Κορησό. Ήρθαν οι Γερμανοί. Αφού σκοτώθηκε ο Δαβάκης Μπήκανε μέσα στην Καστοριά. Ο δρόμος ήταν ένας για την Καστοριά. Ή θα μπαίναν από το Νταούλι, ή θα μπαίνουν από το Κωσταράζι. Αυτός ήταν ο δρόμος.

Ερώτηση: Τότε όμως αυτός ο δρόμος δεν είχε καμία σχέση, αφού το χωριό είναι εδώ πάνω, έτσι δεν είναι;

Απάντηση: Ήταν μακριά από το παλιό το Κωσταράζι. Μιάμιση ώρα θέλαμε να κατεβούμε. Είχαμε τα χωράφια κάτω και το βράδυ άντε πάλι να ανέβουμε.

Ερώτηση: Οι Ιταλοί σας ενόχλησαν μετά, καθόλου.

Απάντηση: Μετά την οπισθοχώρηση, οι στρατιώτες πετούσαν στο δρόμο ό, τι είχαν και δεν είχαν. Όπλα, αντίσκηνα. Ο κόσμος θα μάζευε. Τα έβρισκαν παρατημένα στον κάμπο, στα χωράφια. Και όπως οι γυναίκες πίσω εδώ έπλεκαν κάλτσες και τέτοια πράγματα, τα έβρισκαν και αυτά και τα μάζευαν. Και κάνα ζώο από τους στρατιώτες παρατημένο. Τα μάζεψε ο κόσμος όλος από τα χωριά που περνούσαν. Και τα πήγαν στο χωριό πάνω. Ύστερα που έγινε η οπισθοχώρηση, ήρθαν οι Ιταλοί στην Καστοριά. Σύντομα άρχισαν να πηγαίνουν στα χωριά.

Ερώτηση: Να μαζεύουν όπλα;

Απάντηση: Να μαζεύουν. Βγήκαν πάνω στο Κωσταράζι. Βγήκαν πολλές φορές. Δεν βγήκαν μόνο μία φορά. Δείτε το θέαμα Ναι την πρώτη φορά που βγήκαν, μάζεψα τον κόσμο στην πλατεία. Εμείς μικρά παιδιά, πήγαμε να δούμε το θέαμα. Να δούμε τους Ιταλούς. Και έφυγαν αυτοί. Μετά όμως, ήρθε ένας λόχος στρατού από πάνω, και μάζεψε τον κόσμο και τους άντρες τους μάζεψαν στο σχολείο. Ο κόσμος φοβόταν από τους Ιταλούς. Όταν άκουγαν ότι έρχονταν, οι άντρες έφευγαν έτρεχαν έξω στο βουνό. Και έτσι οι Ιταλοί έβρισκαν μόνο γυναικόπαιδα. Άρχισαν λοιπόν να μαζεύουν τον κόσμο. Λοιπόν. Δεν είχαν προλάβει οι άντρες να φύγουν. Και τους έβαλαν στο σχολείο.

Ερώτηση: Αυτό. Εσείς δεν το ζήσατε, ήσασταν παιδάκι μικρό.

Απάντηση: 10 χρονών. Δεν με μάζεψαν μέσα εμένα.

Ερώτηση: Μάζεψαν δικούς σας ανθρώπους;

Απάντηση: Όλους. Όποιον έπιαναν, τον έβαζαν μέσα. Μέχρι που φούσκωσαν άνθρωπο. Με την τρόμπα. Μιχαλάκας λεγόταν. Επέζησε όμως. Και πάνω στη Λάγκα γάλατα μάζευε. Γαλατέμπορος είχε γίνει. Πέρσι πέθανε.

Ερώτηση: Τότε, τότε που τους μαζέψανε και τους συμπεριφέρθηκαν έτσι, έκαναν αυτό το πράγμα, πόσες μέρες τους είχανε μέρες μέσα στο σχολείο;

Απάντηση: Στο σχολείο μία βδομάδα έκαναν αυτή τη δουλειά, μπορεί και παραπάνω. Σε χτυπούσαν, και αν είχες όπλο και το ‘δινες, πάλι σε χτυπούσαν. Να μην μπορείς Να περπατήσεις. Τόσο ξύλο. Μαύρο το κορμί. Πρησμένα τα πόδια. Ύστερα έκαψαν σπίτια.

Ερώτηση: Μετά τους άφησαν ελεύθερους τους άντρες;

Απάντηση: Τους πήραν στην Καστοριά. Έκαναν την εξέταση που ήθελαν, και τους άφησαν ελεύθερους. Ήρθα ξανά στο χωριό, αλλά ήταν ταλαιπωρημένοι πολύ. Ταλαιπωρημένοι. Και πήρε ο κόσμος φόβο πολύ. Όταν άκουγαν για Ιταλούς ότι έρχονταν, κρύβονταν σε τρύπες πάνω στο βουνό. Στο δάσος μέσα, όπου μαζεύονταν. Και εμείς που ήμασταν μικρά παιδιά και πηγαίναμε με τις μανάδες μας, μετά φεύγαμε και εμείς, και τα ζώα και τα κοπάδια, οι γυναίκες τα κρατούσαν όλα μετά.

Ερώτηση: Μετά σας έρχονταν κατά διαστήματα.

Απάντηση: Ναι.

Ερώτηση: Οι Γερμανοί πότε σας ήρθαν πρώτη φορά;

Απάντηση: Το ’42 μου φαίνεται.

Ερώτηση: Ήρθαν πάνω στο χωριό;

Απάντηση: Οι Γερμανοί; πώς δεν ήρθαν. Πολλές φορές ήρθαν.

Ερώτηση: Γιατί σας έρχονταν;

Απάντηση: Γιατί το χωριό μας ήταν καθαρά ελληνικό. Όλοι οι Μακεδόνες είμαστε. Αλλά εμείς δεν ξέραμε άλλη γλώσσα. Μόνο την ελληνική. Και επίσης δεν τον ο Παύλος Μελάς εδώ. Δεν ξέρω από πού ήρθε από την Αλαμάνα μήπως; Δεν ξέρω ιστορία, Δεν ξέρω γράμματα. Πέρασε το μοναστήρι στο Μικρόκαστρο, ήρθε στο Βογατσικό, εκεί ήταν ο Δραγούμης, ο Νταλίπης, όλοι αυτοί. Δεν μπόρεσε ο Παύλος Μελάς να κάτσει στο Βογατσικό, μετά ήρθε στο χωριό μας και εκεί βρήκε το κρησφύγετο του. Στην αρχή πήγε στο Ανταρτικό. Αλλά Αντάρτικο με Κωσταράζι είχαν αλληλογραφία. Και εδώ είχαν καταφύγιο οι αντάρτες του ’12 του 1912. Ενάντια στους Τούρκους. Ήταν πυρήνας της Εθνικής Αντίστασης. Από το χωριό μας πήγαιναν στο Γέρμα και πίσω. Είναι το μέρος έτσι που βοηθάει.

Ερώτηση: Από το Κωσταράζι, αντάρτες υπήρχαν;

Απάντηση: Ήταν μία επιτροπή.

Ερώτηση: Ποιοι ήταν στην επιτροπή, ξέρετε;

Απάντηση: Αυτή η επιτροπή ήταν… Μπερδεύτηκε εκεί μέσα το μισό το χωριό. Ήταν όλοι στον αγώνα. Όλος ο κόσμος ήταν στον αγώνα, στην αντίσταση. Και γυναίκες μαζί όπως λέγανε και οι γυναίκες. Μαζεύω φαγητά, έπλεκαν, όλα τα έκαναν. Πώς αλλιώς θα ζούσαν οι αντάρτες; και εμείς που ήμασταν μικρά παιδιά, μας έβαζαν και μαζεύαμε ψωμί και το πηγαίναμε στα σπίτια στους αντάρτες. Ζούσαν στα σπίτια τους κανονικά χωρίς φόβο. Μέχρι το ’40 δεν είχαμε φόβο στα σπίτια μας. Οι Γερμανοί ήθελαν μία φορά. Δεν βρήκαν τίποτα και έφυγαν. Ήρθαν και δεύτερη. Ήθελαν να το κάψουν. Αλλά δεν βρήκαν αφορμή. Ούτε μία πιστολιά δεν έπεσε. Θα το σκότωναν το χωριό. Έχεις πάει στο παλιό το χωριό; απέναντι από το χωριό είναι ένας δρόμος.

Ερώτηση: Ναι έχω πάει. Για την Τρανή τη στράτα λέτε;

Απάντηση: Εκεί μάζεψαν όλο το χωριό. Μας έβγαλαν όλους έξω.

Ερώτηση: Αυτό ποτέ ήτανε;

Απάντηση: Αυτό πρέπει να ήταν το ’43- ’44. Τότε πρέπει να έγινε.

Ερώτηση: Τι εποχή ήταν, θυμάστε;

Απάντηση: Άνοιξη ήταν. Απρίλιος, Μάιος, δεν θυμάμαι.

Ερώτηση: 13 Απριλίου ήτανε.

Απάντηση: Ο αδερφός μου γεννήθηκε εκείνη τη μέρα. Στο χωριό πάνω, ναι. Μία άλλη γυναίκα, την ώρα που μας έβγαζαν οι Γερμανοί έξω, εκείνη την ώρα γεννούσε η καημένη.

Ερώτηση: Ποια ήταν;

Απάντηση: Μίχου λεγόταν. Το παιδί Γιώργος. Αυτός που γεννήθηκε. Γιώργος. Βάγια Μίχου. Βάγια Αντωνάκη, το δικό της επίθετο. Ο άντρας της Χρυσόστομος. Ήταν να ‘ρθουν δύο λόχοι στο Κωσταράζι. Ο ένας από την Κοζάνη.

Ερώτηση: Στράτος ελληνικός;

Απάντηση: Γερμανοί. Ένας λόχος από την Καστοριά, και ένας λόχος από την Κοζάνη. Ο λόγος από την Καστοριά, βγήκε από την Κορησό. Εγώ ήμουν τότε στο μαντρί. Ταΐζαμε τα αρνιά τότε.

Ερώτηση: Μακριά από το χωριό ήταν το μαντρί;

Απάντηση: Μακριά. Μισή ώρα σχεδόν. Το βράδυ όμως, μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο μαντρί εκεί πέρα. Η μάνα μου, η αδελφή μου, και ένας εξάδελφος του μπαμπά μου. Οικογένεια. Σηκωθήκαμε το πρωί, όπως ήταν έτσι σε μία γούρνα, βγαίνουνε στο ύψωμα και κοιτάζουνε, δεν υπάρχει τίποτα δεν υπάρχει τίποτα, θα φύγουμε λένε. Μόλις έφυγαν αυτοί, και έφτασαν στην κορυφή από πάνω, βγήκαν οι Γερμανοί από πάνω από το ύψωμα, είναι ανοιχτό το μέρος εκεί, δεν έχει ούτε δέντρα ούτε τίποτα. Μόλις είδαν έτσι, κατέβηκαν κατευθείαν εδώ να τους πιάσουν. Δεν τους πρόλαβαν όμως. Πήγαν κατευθείαν στο χωριό. Ο κόσμος έτρεχε αλαφιασμένος από δω και από κει. Και Άρχισαν οι Γερμανοί με τα πολυβόλα. Σκόρπιζαν ο ένας κατά δω, ο άλλος κατά κει. Τότε σκοτώθηκε ένα παιδί μπαίνοντας στον ανήφορο.

Ερώτηση: Πώς τον λέγανε, θυμάστε;

Απάντηση: Τσότσος Δημήτριος. Από τα Γερμανικά πυρά. Όσοι δεν πρόλαβαν να φύγουν ήταν μέσα. Μπήκαν οι Γερμανοί μέσα. Έπιασαν τον παπά αμέσως.

Ερώτηση: Ποιος πάπας ήτανε;

Απάντηση: Ο παπα- Άνθιμος. Ήταν προδοσία αυτό.

Ερώτηση: Ποιος τον πρόδωσε;

Απάντηση: Ποιος τον πρόδωσε… Δεν ξέρουμε.

Ερώτηση: Τον παπά γιατί να τον πιάσουν;

Απάντηση: Το ήξερε όλα. Ήξερε τα πάντα. Δεν ομολόγησε ο παπάς τίποτα. Τον έβγαλαν σε αυτό το ύψωμα εδώ πάνω και τον σκότωσαν. Εκεί ήμουν τότε, εκεί είχαμε τα πρόβατα, σε εκείνο το ύψωμα. Και τον είδα τον Γερμανό απέναντι που έριξε τις πιστολιές. Μπαμ- μπαμ. Και το σκότωσε τον παπά. Απέναντι μέσα στο δάσος ήταν αντάρτες. Γεμάτο αντάρτης κρυμμένος μέσα σε αυτό. Ήταν και ένας δικός μας και θέλησε να κάνει τον παλικαρά.

Ερώτηση: Ποιος;

Απάντηση: Ο Κουτούβας.

Ερώτηση: Το μικρό του;

Απάντηση: Κώστας. Αλλά όμως δεν έριξε με το όπλο. Ευτυχώς. Δεν τον άφησαν. Το έλεγα να μην το κάνει Γιατί θα κάψει το χωριό. Οι άνθρωποι ήταν όλοι βγαλμένοι στην Τρανή τη στράτα με τα πολυβόλα γύρω-γύρω.

Μας φύλαγαν με τα πολυβόλα. Και είδαμε που έκαψαν την εκκλησία. Είδαμε όλη τη φωτιά. Εμάς μας έκαψαν το σπίτι. Πήγαμε δεν βρήκαμε τίποτα. Η μάνα μου ήταν 8 μέρες λεχώνα. Εκεί μας είχαν οι Γερμανοί κόκκαλο να μη φωνάξουμε. Τι ήμουν εγώ, μικρό παιδί 5 χρονών. Αλλά τα θυμάμαι.

Το βραδάκι έφυγαν οι Γερμανοί. Άρχισαν τα κλάματα οι άνθρωποι. Έβλεπαν όλο το κάψιμο. Πάνε τα σπίτια τους. Η εκκλησία καμένη.

Ερώτηση: Εσάς σας πήρανε εκεί στην Τρανή τη στράτα. Όλο το χωριό εκεί. Γλίτωσε κανένας; την κοπάνησε κανένας;

Απάντηση: Όχι, όχι δεν μας πείραξαν.

Ερώτηση: Όχι να σας πειράξουν. Εκεί. Προσπάθησε κανένας να ξεφύγει;

Απάντηση: Όχι, όχι. Καθόμασταν όλοι κάτω. Η μάνα μου μας είχε μπρούμυτα. Όλοι μπρούμυτα ήμασταν. Στα γόνατα καθόμασταν και κάτω κοιτούσαμε.  Η γιαγιά μου, ο παππούς ο μπαμπάς μου ήταν φευγάτος και οι δύο οι θείοι μου. Δεν ήταν στο σπίτι. Δεν ήταν εκεί.

Ερώτηση: Τι ζητούσαν; Γιατί το έκαναν αυτό;

Απάντηση: Πού να ξέρουμε; εμείς πήγαμε μετά στο χωριό…

Ερώτηση: Σας άφησαν δηλαδή; μετά από πόση ώρα Σας άφησαν;

Απάντηση: Αργά το απόγευμα. 5:00 η ώρα, 6:00… Αργά.

Ερώτηση: Έφυγαν δηλαδή οι Γερμανοί;

Απάντηση: Έφυγαν. Με την Κοζάνη ανέρχονταν ο Στρατός αυτός από την Κοζάνη, θα μας σκότωναν όλους. Ήταν Τάγμα… Εκτελεστικό Απόσπασμα.  Δηλαδή αν έμπαιναν στο χωριό και έβρισκαν κάτι Αμέσως θα μας σκότωναν. Αλλά ήταν ο αξιωματικός αυτός, ήταν πιο ήρεμος. Αλλά δεν βρήκαν και καμία αντίσταση στο δρόμο. Τι να βρουν; Φοβόταν ο κόσμος. Για τέτοια πράγματα ήτανε;

Ερώτηση: 5 μέρες πριν τι είχαν κάνει στην Κλεισούρα ποιος θα τολμούσε;

Απάντηση: Κοίταξε. Την Κλεισούρα την έφαγε ένας αντάρτης. Έκανε τον παλικαρά κι έφαγε τον κόσμο. Ήταν ένας Γερμανός με μοτοσυκλέτα και πήγαινε στην Κοζάνη. Κι ήταν ένας αντάρτης και τον πυροβόλησε. Δεν τον πέτυχε όμως και ο Γερμανός έφυγε. Εδώ έγινε αυτό έξω εκεί που έχουμε το καζάνι που βγάζουμε τα τσίπουρα. Και ήρθε ο Στρατός, οι Γερμανοί και έκαψαν τα χωράφια, έκαψαν τα πάντα εκεί. Τότε κάηκε και μία γυναίκα. Την έριξαν μέσα στη φωτιά.

Ερώτηση: Ποια ήταν αυτή;

Απάντηση: Βύρου λεγόταν.

Ερώτηση: Και το μικρό της όνομα;

Απάντηση: Αυτήν την έλεγαν Κατερίνα. Η νέα γυναίκα. Δεν ήταν γριά. Είχε τρία παιδιά. Γιώργος, Κώστας, Γιάννης. Την έριξαν μέσα στα δωμάτια και την έκαψαν. Είχε δεμάτια Τότε γιατί αλώνιζαν. Ό, τι βρήκαν τότε το έκαψαν. Το χωριό ήταν πάνω μακριά και δεν το πείραξαν. Πείραξαν αυτό το μέρος εδώ κάτω πού έγινε το επεισόδιο. Και όποιους άλλους βρήκαν τους σκοτώσαν.

Ερώτηση: Ποιους;

Απάντηση: Τον Μπάγκο τον Κώστα και τον Θανάση τον Βύρο. Δύο παιδιά ήταν. Ήταν στα πρόβατα. Πολέμος.

Ερώτηση: Σας αφήνουνε το να φύγετε, εκείνο το βράδυ που έκαψαν το χωριό. Εσείς γυρίσατε στο χωριό να δείτε τι γίνεται;

Απάντηση: Ήρθε ο μπαμπάς μου. Εμένα με άφησε στα πρόβατα να καθίσω. Μου είπε: “εγώ θα πάω να δω στο χωριό τι γίνεται. Ζει μάνα σου; ζει η αδερφή σου; “Ήρθε στο χωριό, τι να βρει; το δικό μας το σπίτι δεν το είχαν πειράξει. Η μάνα μου με την αδερφή μου αφού Τους άφησαν, έφυγαν. Βρέθηκαν εδώ πέρα. Δύο μέρες ψάχναμε να τις βρούμε. Μετά ησύχασαν τα πράγματα ανέβηκαν στο χωριό. Ερώτηση: Ανεβήκατε Λοιπόν στο χωριό πάλι. Μείνατε εκεί;

Απάντηση: Στο χωριό βέβαια. Πού να μείνουμε; και εμείς δεν είχαμε και σπίτι. Μας το είχαν κάψει. Ερώτηση: Εσείς που μείνατε;

Απάντηση: Μία θειά είχε η μάνα μου πιο δίπλα, της γιαγιάς σου αδερφή. Την είχαμε εκεί κοντά, και πήγαμε εκεί μαζευτήκαμε. Τον αδερφό μου δεν είχαμε να το σκεπάσουμε. Δεν είχαμε με τι να τον τυλίξουμε τον αδερφό μου, τίποτα. Ούτε ψωμί ούτε τίποτα. Τα σπίτια κάηκαν. Που ψωμί. Ούτε φαΐ ούτε τίποτα. Κοιμηθήκαμε εκεί, και την επόμενη μέρα πήγαμε και εμείς τα πρόβατα. Είχαμε και εμείς πρόβατα, και καθίσαμε εκεί στα Καλύβια.

Ερώτηση: Ευτυχώς είχατε λίγα πρόβατα για να ζήσετε. Αλλιώς πώς θα ζούσατε;

Απάντηση: Ευτυχώς. Γιατί όταν σου καίει το σπίτι τα καίει όλα. Τα σιτάρια. Τα κοτόπουλα. Όλα. Δεν υπήρχε χρήμα. Ποιος είχε χρήματα τότε; και ένα αυγό είχε ένα χιλιάρικο.

Ερώτηση: Πείνα ζήσατε;

Απάντηση: Πείνα όχι. Είχαμε και χωράφια είχαμε και πρόβατα. Καλαμπόκια βάζαμε.

Ερώτηση: Όταν έρχονταν οι Γερμανοί και Ιταλοί, άρπαζαν ζώα;

Απάντηση: Οι Ιταλοί έκαναν επίταξη. Στα 10 τα πρόβατα, έπαιρναν ένα αυτοί. Μάζευαν από το χωριό εδώ 200- 300 πρόβατα. Τα πήγαιναν στην Καστοριά.

Ερώτηση: Κάθε πότε έρχονταν;

Απάντηση: Αυτοί μία φορά που ήρθανε και πήραν ζώα. Και γελάδια πήρανε. Αν είχες 3 έπαιρναν το ένα. Ύστερα θυμάμαι ότι ήρθαν ακόμα μία φορά, αλλά δεν είχαν πάρει πολλά ζώα. Ερώτηση: Άρα δύο φορές ήρθαν όλο-όλο για επίταξη. Οι Γερμανοί ήρθαν για αυτό ή όχι;

Απάντηση: Όχι. Οι Γερμανοί δεν ήρθαν για τέτοια πράγματα. Δεν έκαναν τέτοια. Δεν θυμάμαι οι Γερμανοί να πάρουν τέτοια πράγματα.

Ερώτηση: Οι Ιταλοί πείραζαν; έμπαιναν μέσα στα σπίτια;

Απάντηση: Οι Ιταλοί έμπαιναν. Έκαναν πολλά.

Ερώτηση: Γυναίκες πείραζαν;

Απάντηση: Πείραζαν. Για αυτό και έχουμε ένα μίσος εμείς οι  Κωσταραζινοί με τους Βούλγαρους. Τους κομιτατζήδες που λέμε. Ήταν μία οργάνωση. Ήρθε με τους Ιταλούς.

Ερώτηση: Ποια οργάνωση ήταν αυτή;

Απάντηση: Δεν έχει όνομα. Ήταν βουλγαρική. Όταν λέμε Βούλγαροι, αυτοί που ήξεραν τα σλαβικά. Ενώ δεν ήταν όλος ο κόσμος αυτός Βούλγαροι. Τώρα από ένα χωριό έβγαιναν τρεις ή πέντε, όλο το χωριό λερώνονταν. Πήγαιναν οι δικοί μας και έκαναν πλιάτσικο στο Τοιχιό. Δεν πήγαινε όλο το χωριό. Πήγαν 3,4,5 άτομα. Δεν είναι μόνο από το χωριό μας. Ήταν και από το Βογατσικό, ήταν και από το Γέρμα. Από την Κορησό. Δηλαδή από κάθε χωριό ήταν μία ομάδα μικρή. Αυτοί τα έκαναν αυτά. Δεν το έκανε όλος ο κόσμος. Αλλά το όνομα όμως βγαίνει.

Ερώτηση: Πείτε μου τι γινότανε με αυτούς;

Απάντηση: Στα χωριά που πήγαιναν έκαναν κακό. Πλιάτσικο. Μάζευαν ζώα. Ρούχα έπαιρναν. Ό, τι έβρισκαν. Πλούσια χωριά δεν ήτανε. Τι ρούχα είχαμε; όπως είναι σήμερα; Εμείς παιδιά ήμασταν, ξυπόλητοι ήμασταν ακόμα. Εγώ ξυπόλητος πήγαινα στο πρόβατα. Μικρό παιδί.

Γαλέντζες μας έφτιαχνε ο μπαμπάς μου από καρύδια. Δεν ξέρω αν τις ξέρεις.

Ερώτηση: Όχι δεν το ξέρω αυτό. Πρώτη φορά το ακούω.

Απάντηση: Ξύλινες. Σαν παπούτσια με τακούνι εδώ λίγο ίσιο, και ένα λουρί εδώ πάνω, και περπατούσαμε. Και πού να περπατήσεις. Πώς να περπατήσεις. Χρόνια μετά, είχα δει στο παζάρι στο Άργος που πουλούσαν. Μία φορά μόνο είδα. Ήταν όμως πιο καλές. Ο μπαμπάς μου κλωνάρια από καρύδια έκοβε και μας τις έφτιαχνε να περπατάμε. Τι να κάνουμε. Και η μάνα μου, και η γιαγιά μου, και όλοι.

Ερώτηση: Εντάξει δεν ήταν το ότι ήθελαν να πάρουν τις γαλέντζες. Ήθελαν να κάνουν τη ζημιά.

Απάντηση: Ε ναι βέβαια. Ήθελαν και οι γυναίκες τους. Αυτοί κάμποσοι που έρχονταν που ήτανε άγριοι, έπαιρναν για τις γυναίκες τους.

Ερώτηση: Όχι οι Γερμανοί; οι Βούλγαροι.

Απάντηση: Όχι. Όχι οι Γερμανοί. Εμείς τώρα τα τελευταία χρόνια που δουλεύαμε γούνα από τη Γερμανία, και έρχονταν οι Γερμανοί εδώ. Και έφερναν και τις γυναίκες τους εδώ πάνω στον αδερφό μου. Οι συνεργάτες του ήτανε. Και μας έλεγαν: ” ο Γερμανός ο καθεαυτού δεν πείραξε τίποτα”. Μας έλεγαν αυτοί μόνοι τους. “Αυτοί, Θωμά, δεν πειράζουν καθόλου. Άλλοι άνθρωποι, από έξω”. Άλλοι άνθρωποι, αλλά τους έβαζαν αυτοί.

Ερώτηση: Και ζήσατε εκεί, στο παλιό το χωριό, έτσι;

Απάντηση: Ναι και το ’50 ήρθαμε εδώ. Τότε φτιάξαμε τα καινούργια τα σπίτια. Ως τότε ήταν χωράφια. Πήγαμε στο Άργος τρία χρόνια.

Οι Γερμανοί μας εκτόπισαν το ’43. Πήγαμε στη Μηλίτσα για δυο-τρεις μήνες.

Ερώτηση: Πείτε μου. Τότε που κάηκε το χωριό δηλαδή σας εκτόπισαν;

Απάντηση: Μας εκτόπισαν. Ναι, ναι λίγο αργότερα. Το Μάιο μήνα. Όπως το θυμάμαι τότε που ήμουν παιδί. Τότε φοβόμασταν πάρα πολύ. Φοβόμασταν να μαζευτούμε εδώ, φοβόμαστε να μαζευτούμε εκεί… Μην έρθουν και μας σκοτώσουν. Και ήρθαμε και καθίσαμε τρεις μήνες εδώ στη Μηλίτσα. Περιμέναμε να περάσουν όλα. Μετά ήρθε ο Ιούνιος, ο Ιούλιος, ήρθαμε να μαζέψουμε τα χωράφια τα σιτάρια. Πήρε θάρρος ο κόσμος, και αναρωτήθηκε όπως έπρεπε να ζήσει. Και έπρεπε να μαζέψει τα σπασμένα. Και βγήκαν ξανά στο χωριό πάνω, και έμειναν ξανά στο χωριό. Ήρθαν άλλα ύστερα. Αρχίσαμε άλλα ύστερα. Αυτά δεν ήταν τα δύσκολα. Ο εμφύλιος ήταν ο δύσκολος. Ο χειρότερος, βέβαια.

Ερώτηση: Ο χειρότερος.

Απάντηση: Μας πήγαν στο Άργος το ’46. Ξάδερφος, αδερφός, ποιον να ζητήσεις και τι να πεις. Πήγαμε στο Άργος, μας μάζεψαν τα γυναικόπαιδα εμάς όλα… 8 χρονών ήμουν εγώ. Πώς το ‘φέραν έτσι, να μισήσει ο κόσμος ο ένας τον άλλον… Δεν ήταν μόνο αυτοί. Αυτό είναι το χειρότερο.

Ερώτηση: Μεταπολεμικά, έστω και τα πιο πρόσφατα χρόνια επέστρεψαν πίσω, ήρθαν πίσω οι Ιταλοί; από αυτούς που πολέμησαν; είδατε κανέναν; ας πούμε στη Λάγκα ερχόταν κάποιος που είχε πολεμήσει εκεί και μετά είχε μείνει. Είχε φύγει και είχε πάει στην Ιταλία και μετά ερχόταν ερχόταν να βλέπει τον κόσμο. Είχα τέτοια;

Απάντηση: Όχι, δεν είχαμε.

Ερώτηση: Ξέρετε γιατί; Γιατί κάποιος μου είπε ότι είχαν έρθει- έχετε μία περιοχή Μπάρα;

Απάντηση: Μπάρα είναι δύο περιοχές. Μία πιο έξω και μία εδώ κάτω που μαζεύονται τα νερά.

Ερώτηση: Κάπου λέει κοντά τώρα που είναι η Εγνατία είχανε έρθει και είχανε κάνει ένα εκκλησάκι γιατί είχαν σκοτωθεί κάνα-δυο Ιταλοί. Το ξέρετε αυτό;

Απάντηση: Δεν το ξέρω αυτό.

Ερώτηση: Ο Ανδρέας ο Τσιτσής μου το είπε αυτό.

Απάντηση: Ο Ανδρέας ο Τσιτσής ήταν εδώ πέρα. Εμείς ήμασταν επάνω. Ο Ανδρέας ήταν εδώ. Ο Ανδρέας θυμάται περισσότερα. Που είχαν σκοτώσει και δύο εδώ κάτω. Στην Εκκλησία Αγίου Αθανασίου. Στο εικονοστάσι.

Ερώτηση: Πού; Εδώ μέσα; εδώ στο χωριό;

Απάντηση: Έξω από το χωριό. Αυτούς τους σκότωσαν οι Ιταλοί.

Ερώτηση: Ποιους; ποιοι ήταν αυτοί;

Απάντηση: Μία γυναίκα. Τάτση Την έλεγαν. Αυτή ήταν στα καλύβια. Εγώ θυμάμαι. Πού είναι ο Κόμβος εκεί. Εκεί είναι μία εκκλησία. Ναι αυτή ήταν στις καλύβες, περνούσαν οι Ιταλοί από το δημόσιο κι εμείς ήμασταν πιο πάνω. Και ο παππούς μου είναι η αδερφή αυτή. Αυτή έτρεξε η καημένη να κρυφτεί και ένας άλλος άντρας, έτρεξαν να κρυφτούν στην καλύβα, οι Ιταλοί το κάναν αυτό και πήγαν από πάνω από το δημόσιο, και μπαμ, τους σκοτώσανε.

Ερώτηση: Μπορείτε να μου πείτε ποια ήταν τα ονόματά τους γιατί δεν το άκουσα καλά;

Απάντηση: Αυτήν την έλεγαν Μαλαματή. Την είχε ο παππούς μου αδερφή.

Ερώτηση: Το επίθετο;

Απάντηση: Μαλαματή Τσάκα. Παπαθανασίου το κανονικό. Εντάξει το παρατσούκλι. Παπαθανασίου λεγόταν αυτή. Ο Μάρκος Σιδεράς.

Ερώτηση: Αυτό πότε έγινε;

Απάντηση: Τότε. Το ’40- ’41 έγινε. Ύστερα έφυγαν αυτοί με τις μοτοσυκλέτες, την πήρε ο παππούς μου στον ώμο και πάει παρακάτω ήταν ο Άγιος Αθανάσιος, και την παράχωσε ούτε εκεί. Αυτή η εκκλησία είναι παλιά. Επί Τουρκοκρατίας. Ξέρεις, το Κωσταράζι ήταν Τρία χωριά.

Ερώτηση: Ναι το έχω ακούσει αυτό, ναι.

Απάντηση: Τρία χωριά. Το ένα στον Άγιο Αθανάσιο, το άλλο στην Αγία Παρασκευή, πιο πάνω και το παλιό το χωριό γύρω από την εκκλησία. Και έξι άτομα ήταν απάνω στη Σαρακίνα. Άλλο ένα μέρος εκεί. Ζούσαν έξι σπίτια. Τρία σπίτια τούρκεψαν και τρία ήρθαν στο Κωσταράζι. Αυτό έγινε πριν το ’12. Τότε παλιά. Και μαζεύτηκε ο κόσμος θα πάνω εκεί στο Κωσταράζι. Κυνηγημένος κόσμος. Από τους Τούρκους, και μετά ήρθαν κι άλλοι. Και το Κωσταράζι έγινε μικρό. Ήταν μεγάλο, και τώρα είναι μικρό. Έφυγαν οι παππούδες, έφυγαν όλοι… Όλο σπίτια άδεια βλέπεις τώρα. Εδώ στη γειτονιά μας όλα δύο είναι τα σπίτια. Μόνο εμείς και ένα εκεί κάτω στη γωνία έχει κόσμο. Και το άλλο το τετράγωνο προς τα εκεί και όλα. Έφυγε ο κόσμος, ξενιτεύτηκε. Έφυγαν και τα παράτησαν. Ιστορίες πολλές είναι, αλλά…

Ερώτηση: Έτσι θα πάει. Δεν ξέρω αν έχετε κάτι άλλο να μου πείτε ιστορία δεν, κάποια ιστορία; αν θυμάστε κάτι άλλο;

Απάντηση: Αυτά που τραβήξαμε από τους Γερμανούς και από τους Ιταλούς…

Ερώτηση: Αυτό που λέγαμε πριν ότι βοηθούσαν και οι γυναίκες και έπλεκαν για τους φαντάρους; εσείς το είχατε στο σπίτι σας;

Απάντηση: Όχι.

Η δικιά μου μητέρα έπλεκε. Είχαμε τα πρόβατα, είχαμε τα μαλλιά. Έπλεκαν οι γυναίκες, και τα δεινά στην εκκλησία τότε εκεί πέρα τα μάζευαν. Ναι ναι πάντα οι στρατιώτες είχαν ανάγκη από ζεστά ρούχα. Ο πατέρας ήταν στην Αλβανία, πολεμούσε τότε. Όταν ήρθε ο μπαμπάς μου, φορούσε γκέτες στα πόδια. Γκέτες τις έλεγαν.

Ερώτηση: Έφτιαχναν δηλαδή γκέτες, κάλτσες, κασκόλ, τέτοια πράγματα.

Απάντηση: Καμία φανέλα. Ό, τι μπορούσε ο καθένας, άμα δεν έχεις τι να φτιάξεις; Και τα πήγαιναν στην εκκλησία, εκεί τα μάζευαν και τα έστελναν στο στρατό. Κάποιος ήταν επικεφαλής.

Όπως έγινε και στην επιστράτευση του ’74. Εδώ στο χωριό είχαμε 20.000 στρατό. Εδώ μαζεύτηκαν. Όλη τη μέρα ζυμώναμε ψωμιά να τους ταΐζουμε. Αυγά, τυριά, ό, τι πράγματα είχε κάθε σπίτι. Έρχονται τα παιδιά, οι φαντάροι, και πέταξαν τα χιλιάρικα έξω από δω. Και τους έλεγα ότι δεν θέλω τα χρήματά τους. Έκλαιγα, δεν ήθελα τα χρήματα. Αυτοκίνητα γεμάτα εδώ. Επέμενα να τα πάρουμε τα χρήματα. Εγώ έκλαιγα δεν ήθελα. Πολύς στρατός. Το χωριό μας εδώ μέσα. Όλο το χωριό ήταν γεμάτο γεμάτο. Έρχονταν τα παιδιά, τι να φορέσουν; τρεις μπλούζες με μαλλί είχα εγώ πλεγμένες. Έρχονταν τα παιδιά να τα φορέσουν, έρχονταν γυμνά. Πού να κοιμηθούν τόσα άτομα; εδώ δεν έρχονταν πολύ γιατί ήτανε μακριά, φοβούνταν να ‘ρθουν εδώ πέρα και να κοιμηθούν το βράδυ. Ο Διοικητής ήταν αλλού, πιο μέσα στο χωριό. Όλη τη μέρα ασχολούμασταν με το στρατό. Ζυμώναμε δυο-τρεις φούρους στη μέρα… Είχαν τελειώσει όλα τα τρόφιμα από το χωριό. Δυο- τρεις μπακάληδες είχαμε, τους είχαν τελειώσει όλα. Ούτε κονσέρβες είχαν μείνει ούτε τίποτα. Το ’74. Και τότε ζόρι ήταν.

Ερώτηση: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Απάντηση: Εμείς ευχαριστούμε. Τι να σε κεράσουμε; να σε βάλουμε να φας κάτι;

Ερώτηση: Ήταν αρκετά. Νιώθω τόσο γεμάτη που σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: