Συνέντευξη Αγνής Αδάμου

Την συνέντευξη πήρε η Μαρία Παπαϊωάννου

Έτος Γέννησης 1931

Ερώτηση: Πώς σας λένε;

Απάντηση: Αγνή Γκάσα. Του πατέρα μου Γκάσα. Τούτο Αδάμου.

Ερώτηση: Αδάμου λοιπόν του συζύγου σας, Γκάσα το δικό σας. Ο πατέρας σας ποιος ήταν;

Απάντηση: Δημήτρης. Ήταν ένας άνθρωπος νοικοκύρης. Η μάνα μου Κωνσταντίνα.

Ερώτηση: Ωραία. Τι δουλειά έκαναν οι γονείς σας;

Απάντηση: Οι γονείς μου με τα χωράφια ζούσαμε. Πρόβατα δεν είχαμε.

Ερώτηση: Πάνω στο Παλιό Κωσταράζι;

Απάντηση: Στο Παλιό το Κωσταράζι.

Ερώτηση: Πότε γεννηθήκατε;

Απάντηση: Εγώ γεννήθηκα το ’31 πάνω στο Παλιό το Κωσταράζι.

Ερώτηση: Πείτε μου σας παρακαλώ, εκεί… εκεί πήγατε σχολείο;

Απάντηση: Εκεί.

Ερώτηση: Μέχρι ποια τάξη;

Απάντηση: Εγώ πήγα μέχρι πέμπτη τάξη. Ύστερα ήρθε ο πόλεμος και δεν είχαμε σχολείο.

Ερώτηση: Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος εννοείτε.

Απάντηση: Ναι, τότε. Εγώ πήγα εκεί ήμουν καλή μαθήτρια. […]Ήμασταν πολύ φτωχοί. Ένα τζάκι είχαμε. Πολλές φορές το βράδυ επειδή δεν είχαμε κουβέρτες, η μάνα μου σήκωσε το χαλί από πάνω μας για να μην κρυώνουμε. Τόσο φτώχεια.

Ερώτηση: Να σας ρωτήσω λίγο για το σχόλιο που πηγαίνατε, το μάθημα πώς γινόταν, είχατε βιβλία;

Απάντηση: Δεν είχαμε. Εγώ έπαιρνα από τρία παιδιά και διάβαζα το βιβλίο. Το αναγνωστικό. Αλλά, ό, τι έπαιρνα από το δάσκαλο. Δεν μας έδιναν. Εγώ δεν είχα βιβλίο. Πότε. Ένα τετράδιο είχα, σε ένα τετράδιο έγραφα και τις αριθμητικές, έγραφα… εκεί σ’ ένα τετράδιο. Δεν είχαμε παράδες εμείς, μόνο φτώχεια. Τα άλλα τα παιδιά είχαν. Εγώ δεν θέλω το κουτί δεν ξέρω τώρα εγώ είχα ένα παιδί, Γιάννη τον Κόντη, δεν ξέρω ζει- δεν ζει τώρα, αυτός μου το έδινε το βιβλίο. Πρώτος μαθητής ήταν. Μου έλεγε: “έλα τώρα Αγνή, θα βάλω το βιβλίο εκεί στην πόρτα, να περάσεις να το πάρεις να διαβάσεις πρώτα εσύ. Και να πάω εγώ να μην είναι κρυφά με τον και μετά εγώ. Να μη δουν οι γονείς”. Κρυφά μου το έδινε. Έτσι τα έμαθα τα γράμματα εγώ.

Ερώτηση: Μάλιστα. Όμως εσείς παίζατε σαν παιδιά.

Απάντηση: Ναι δεν είχαμε κανένα πρόβλημα.

Ερώτηση: Εσείς όμως σαν παιδιά περνούσατε καλά. Σε σας ένοιαζε ούτε η φτώχεια, ούτε τίποτα. Τι παιχνίδια παίζατε τότε; θυμάστε;

Απάντηση: Εδώ με τα παιδιά παίζαμε με την πέτρα. Έξω παίζαμε. Μέσα δεν ξέρουμε να παίζουμε τίποτα. Μετά ελιοκόκκαλα παίζαμε. Τρώγαμε δύο ελιές τη μέρα και μαζεύαμε τα ελιοκόκκαλα. Και τα πετούσαμε πέρα, ποιος θα το πετάξει πιο μακριά θα κερδίσει.

Ερώτηση: Πάρα πολύ κάνατε.

Απάντηση: Τέτοια κάναμε. Άλλο δεν είχαμε. Ύστερα, εμείς που ήμασταν οι κοπέλες οι τρανές, φτιάχναμε μια σούμκα με κουρέλια. Δεν αφήνουμε κανένα ρούχο μέσα. Είχα εγώ την Κασσιανή, ήταν η μάνα της πλούσια. Μέχρι σεντόνια κόβαμε. Να κάνουμε τη σούμκα, να κερδίσουμε.

Ερώτηση: Και τι την κάνατε τη σούμκα;

Απάντηση: Είχαμε μία πέτρα τέτοια τρανή εδώ, και κάποιος κάθονταν και τη φύλαγε. Εμείς πετούσαμε τη σούμκα για να τη ρίξουμε την πέτρα. Μετά καθόταν φίλε και κάποιος άλλος. Τέτοια παιχνίδια είχαμε. Δεν είχαμε άλλα παιχνίδια. Και μην της πεις κανένα χοντρή και με τις πέτρες. Εκεί είχαμε μία τέτοια πέτρα χοντρή, και εμείς είχαμε από μία λιαμπάδα. Και πετούσαμε. Και οποίος έβγαινε μπροστά, κέρδιζε. Τέτοια πράγματα. Δεν είχαμε άλλο τίποτα. Το βράδυ μαζευόμασταν, πλέκαμε, κεντούσαμε… Βράζανε καλαμπόκια οι μπάμπες. Δεν είχαμε τίποτα άλλο.

Ερώτηση: Καλά περνούσατε όμως καλά;

Απάντηση: Φτωχικά. Ζούσαμε όμως. Μαζευόμασταν παρέες- παρέες. Πήγαινα και εγώ με τη μάνα μου πολύ. Όλες μαζί ξενυχτούσαν. Έκλεψαν, έπλεκαν, έφτιαχναν πολλά… Μαζευόμασταν. Αυτά. Τίποτα άλλο.

Ερώτηση: Τώρα, τη μέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος στις 28 Οκτωβρίου τη θυμάστε;

Απάντηση: Στις 28 Οκτωβρίου; με την Ιταλία;

Ερώτηση: Ναι.

Απάντηση: Την θυμάμαι πολύ καλά.

Ερώτηση: Πείτε μου τι έγινε. Γιατί ήσασταν και 10 χρόνων σχεδόν, ε;

Απάντηση: Ε πώς δεν ήμουνα. 10 χρονών και πάνω. Κηρύχθηκε ο πόλεμος, έφυγε ο αδερφός μου φαντάρος…

Ερώτηση: Ας αρχίσουμε από την αρχή. Εκείνη τη μέρα, πώς μάθατε πως μάθετε ότι κηρύχτηκε πόλεμος;

Απάντηση: Χτύπησαν οι καμπάνες. Χτύπησε η καμπάνα στο χωριό, μαζεύτηκε ο κόσμος όλος, και έπρεπε πάνε με άντρες στον πόλεμο.

Ερώτηση: Έγινε επιστράτευση αμέσως.

Απάντηση: Επιστράτευση. Αμέσως. Ο αδερφός μου ο Νίκολας έφυγε, και εμείς δεν είχαμε τίποτα. Όλες οι γυναίκες κοίτα και που ένα είχαν και από ένα ζευγάρι κάλτσες στο σπίτι. Έφτιαχνα για τα κορίτσια τότε προίκα. Εμείς δεν είχαμε τίποτα. Μόνο φτώχεια. Και εγώ δεν θα σας παντρέψω καμιά φορά η μάνα μου θυμάμαι έκλαιγε και έλεγε ότι δεν θα μας παντρέψει καμιά φορά δεν είχαμε τίποτα. Όλοι είχαν από ένα ζευγάρι τσουράπια. Εμάς τώρα ο αδερφός μου πώς να φύγει;  να μου σκεφτούν τα πόδια του, πώς να το κάνει; και πήραμε από μία ξαδέρφη του πατέρα μου, τρανή κοπέλα ήταν αυτή, και πήραμε δύο ζευγάρια. Εμείς σαν άρχισε να χτυπάει η καμπάνα, στην εκκλησία, μας λέει ο παπάς: “όσα εξωκλήσια είναι, να πάμε να κοιμηθούμε εκεί”. Σηκωθήκαμε εμείς όλοι, εγώ ήμουν μικρή αλλά ήμουν δραστήρια. Τότε δεν φοβόμουν τίποτα. “πού θα πάμε πρώτα, αφέντη;” τον ρωτάω. Αφέντη τον λέγαμε τον παπά εμείς τότε. “Θα πάμε απάνω στον Προφήτη Ηλία”.

Ερώτηση: Ποιος παπάς ήταν;

Απάντηση: Ήταν ο Παπα- Άνθιμος.  Πού θα πάμε, πάνω στον Προφήτη Ηλία πρώτα. Φορτωθήκαμε γάστρες… Από εκεί φαίνεται και η Αλβανία που μας κάνουν τον πόλεμο οι Ιταλοί. Κατάλαβες; εκεί θα πάμε πρώτα. Άντε και ακούγαμε τα όπλα όλη νύχτα εκεί που μαζευτήκαμε. Με τα γκιούμια το νερό, τα σκαφίδια που ήταν φτιαγμένα με ξύλο, πήραμε και ζύμωσαμε λειτουργιές εκεί πάνω. Τις ψήσαμε εκεί το πρωί, σηκώσαμε ύψωμα και λειτουργήσαμε. Ακούγαμε τα όπλα το πρωί, και ο παπάς φώναζε: “εμείς θα νικήσουμε!” πολύ καλός παπάς. Μετά ξεκινήσαμε, πήγαμε από τον Προφήτη Ηλία στον Αη- Θωμά, στις άλλες εκκλησίες και ανάβαμε τα καντήλια. Και προσευχόμασταν. Μετά, μας μάζεψαν και μας ανακοίνωσαν ότι πρέπει να πλέξουμε κασκόλ γάντια κάλτσες φανέλες για τον πόλεμο. Όλοι είχαν πρόβατα. Όσοι είχαν μαλλιά, τα πήρα για τον πόλεμο. Μόνο εμείς δεν είχαμε.  Όλοι είχαν πρόβατα και έδωκαν το μαλλί. Ήταν και κακός καιρός, χειμώνας. Πάει όλο το χωριό. Πάμε και το ζεματίζουμε το μαλλί. Πάνω στο παλιό το χωριό είχαμε πολύ νερό. Και εκεί που μαζεύαμε τα πρόβατα ήταν τόσο πολύ νερό, που πλέναμε βελέντζες… Και τα στεγνώναμε τα μαλλιά. Όσοι δεν μπορούσαν να τα στεγνώσουν και έξω, τα περνάμε μέσα στις σόμπες. Πήρα εγώ, επειδή καίγαμε σόμπα μέρα-νύχτα, είχα πάρει τόσο μαλλί, που το κρεμάσαμε παντού. Να στεγνώσει στα γρήγορα και να το γνέσουμε. Το λανάραμε, το γνέσαμε και πλέκαμε φανέλες, πλέκαμε κασκόλ, και πλέκαμε γάντια. Έχω φτιάξει εγώ γάντια… Πολύ έπλεκα. Ήμουν πολύ δραστήρια, δεν φοβόμουν τη δουλειά, δούλευα. Πολύ. Πλέκαμε και τα στέλναμε στο στρατό.

Ερώτηση: Πώς τα στέλνετε;

Απάντηση: Ήταν εδώ από το στρατό και τα έπαιρναν.

Ερώτηση: Πέρα από αυτό η ζωή σας εσάς σαν παιδάκι, πως ήταν η ζωή σας; Το σχολείο σταμάτησε;

Απάντηση: Ναι, σταμάτησε το σχολείο.

Ερώτηση: Και τι κάνατε;

Απάντηση: τι να κάνουμε; στα χωράφια. Όπου πήγαν οι γονείς μας πηγαίναμε και εμείς. Όσοι είχαν πρόβατα πήγαινα στα πρόβατα. Ο πατέρας μου και η μάνα μου μας έβαζαν στο κουσέρι. Ήμασταν μικροί. Στη μία τη μέρα έναν μικρό και έναν τρανό, και στην άλλη το ίδιο. Οι τέσσερις πηγαίναμε με το κουσέρι. Οι άλλοι ήταν με τα ποδάρια. Ήταν μεγάλα τα παιδιά τα άλλα. Ο Νίκολας ήταν μεγάλος, είχε πάει φαντάρος, ο άλλος ήταν ακόμα μικρότερος, ήταν 18. Αυτοί ήταν με τα πόδια. Εμάς μέσα στα κουσέρια μας έβαζαν. Πηγαίναμε στα χωράφια. Ό, τι είχε ο καθένας, όπου ήταν ο καθένας. Έτσι περνούσαμε. Δεν είχαμε ζωή άλλη.

Ερώτηση: Θυμάστε τους Ιταλούς στο χωριό;

Απάντηση: Πως δεν τους θυμάμαι. Ήρθαν οι Ιταλοί στο χωριό. Όταν ήρθαν οι Ιταλοί στο χωριό, οι άντρες δεν ήταν εκεί.

Ερώτηση: Πώς έτσι;

Απάντηση: Οι άντρες όλο έφευγαν. Φοβούνταν από τους αντάρτες, φοβούνταν από τους Ιταλούς, από… Από όλες τις μεριές. Γιατί το χωριό μας ήταν ανταρτοχώρι.

Ερώτηση: Ε, τότε γιατί να τους φοβούνται τους αντάρτες;

Απάντηση: Να πεις ότι  φοβούνταν από όλους. Όλοι ρωτούσαν που ήταν όλοι. Τον Ιταλό Τι να τον πεις; είχαμε κατασκόπους μέσα στο χωριό.

Ερώτηση: Κατάλαβα.

[…]

Ερώτηση: Θυμάστε τη μέρα… οι Ιταλοί έρχονταν στο χωριό και τι έκαναν;

Απάντηση: Έκαναν πλιάτσικο οι Ιταλοί. Όχι τόσο Ιταλοί, παρά είχαν Βούλγαρους μέσα.

Ερώτηση: Είχαν κομιτατζήδες.

Απάντηση: Είχαν κομιτατζήδες από τα γύρω τα χωριά. Γιατί και εμείς, το δικό μας το χωριό, πριν έρθουν οι Ιταλοί εδώ, αυτά τα χωριά τα κομιτατζίδικα, πήγαινε ο δικός μας ο κόσμος από το χωριό και τα πλιάτσκωναν. Έπαιρναν ρούχα, έπαιρναν πράγματα, ότι έβρισκαν. Και μας είχαν γινάτι αυτοί. Και έτσι έρχονταν εδώ. Και έκαναν τα ίδια. Ναι. Ήρθανε έμασαν κότες αυτοί, σε ένα σπίτι σε ένα σπίτι πέρα, η πεθερά μου είχε μεγάλο καζάνι, είχαν μεγάλο σπίτι είχαν πρόβατα είχα μουλάρια είχαν από όλα. Ήταν τακτοποιημένοι άνθρωποι. Της το πήραν το καζάνι και έβραζαν τις κότες εκεί.

Ερώτηση: Πώς τη λέγανε την πεθερά σας;

Απάντηση: Κωνσταντίνα Αδάμου. Πήγαμε εμείς με τον πατέρα μου στο σπίτι μας και μας έδωσε ένας Ιταλός κουτάλια και πιρούνια. Τα είχε πάρει ο Ιταλός τα κουτάλια και τα πιρούνια, και σαν μας είδε με φτώχεια μεγάλη, μας τα έδωσε. Λέει ο πατέρας μου “από που τα πήρε αυτά τα κουτάλια και μας τα δίνει εμάς ο Ιταλός;” πηγαίνουμε στο σπίτι και κοιτάζουμε, ήταν τα δικά μας! Ύστερα οι Ιταλοί, έκαναν τι έκαναν, έφαγαν ήπιαν, σηκώθηκαν και έφυγαν. Έβαλαν φωτιά στο χωριό. Έκαψαν μία φορά. Όμως έκαψαν λίγα πράγματα.

Ερώτηση: Το βομβάρδισαν το χωριό σας;

Απάντηση: Το βομβάρδισαν οι Γερμανοί.

Ερώτηση: Εντάξει θα φτάσουμε αργότερα. Θυμάστε ποτέ τους Ιταλούς να μάζεψαν τους άντρες στο σχολείο;

Απάντηση: Ξύλο που έφαγαν οι άντρες τότε. Όλους τους μάζεψαν, όλους.

Ερώτηση: Όλους;

Απάντηση: Πώς ήταν στο χωριό.

Ερώτηση: Ήταν κανείς δικός σας;

Απάντηση: Ήταν. Εγώ δικός μου ήταν ο πεθερός μου. Ο πατέρας μου όχι. Ο πατέρας μου ήταν στο χωριό, αλλά δεν τον έμασαν στο σχολείο.

Ερώτηση: Ο πεθερός σας ήταν ο;

Απάντηση: Αντώνης Αδάμος. Εκεί στη φωτογραφία με τα πρόβατα που βοσκάει. Ναι. Αυτόν τον πήραν. Τα ποδάρια του, μπορεί να έκανε δύο μήνες, δεν μπορούσε να τα πατήσει.

Ερώτηση: Φάλαγγα έκαναν; τι έκαναν;

Απάντηση: Ξύλο ρε, ξύλο.

Ερώτηση: Γιατί; τι ήθελαν;

Απάντηση: Κανένας δεν ήξερε. Δεν μπορούσες να συνεννοηθείς. Δεν σου έλεγαν τι ήθελαν. Ξύλο μόνο. Στο σχολείο τους είχαν. Μέσα και στην εκκλησία μέσα. Όσοι ήταν άντρες μέσα έφαγαν ξύλο πολύ. Και έφυγαν όσοι μπόρεσαν και έφυγαν…

Ερώτηση: Και στην Εκκλησία;

Απάντηση: Και στην εκκλησία και στο σχολείο τους είχαν. Γιατί δεν χωρούσαν όλοι στο σχολείο.

Ερώτηση: Πόσες μέρες κράτησε; πόσο τους κράτησαν;

Απάντηση: Έκατσαν καμιά εβδομάδα μέσα εκεί που τους χτυπούσαν.

Ερώτηση: Πέθανε κανένας; ξέρετε;

Απάντηση: Δεν ξέρω άμα πέθανε. Μπα. Δεν ακούστηκε να πεθάνει κανένας.

Ερώτηση: Μετά από λίγο ήρθαν οι Γερμανοί. Ήρθαν πολλές φορές οι Γερμανοί πάνω στο χωριό;

Απάντηση: Οι Γερμανοί ήρθαν ήρθαν πάνω στο χωριό, ο κόσμος ήταν εδώ, ήταν και οι άντρες ήταν μέσα. Αλλά μόλις ήρθαν από πάνω οι τσοπαναραίοι που είδαν τους Γερμανούς, ήρθαν και ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Γερμανοί, έφυγαν όλοι οι άντρες. Έφυγαν όσοι μπόρεσαν και έφυγαν, έφυγαν. Εμείς ήμασταν όλοι. Ο πατέρας μου, ο αδερφός μου, όλοι στο σπίτι. Δεν είχαμε πάρει χαμπάρι ότι ήρθαν οι Γερμανοί να φύγουμε.  Έκατσαν. Εκείνοι Έφυγαν όλοι. Όσοι πήραν χαμπάρι Έφυγαν όλοι. Όσοι μπόρεσαν και κρύφτηκαν, ήταν έξω. Εμείς δεν μπορέσαμε να φύγουμε, ήμασταν μέσα εμείς.

Ερώτηση: Και τι έγινε εκείνη τη μέρα;

Απάντηση: Ήρθαν οι Γερμανοί. Μπήκαν στο χωριό. Ήρθαν εκεί πέρα κι εμάς τις μικρές μας έλεγαν “μη φοβάστε” οι Γερμανοί. Καλός κόσμος, δεν ήταν κόσμος κακός. “μη φοβάστε”. Μπήκαν μέσα στα σπίτια και μας έβγαλαν όλους έξω. Δεν άφηναν κανένα μέσα. Εγώ, η μάνα μου το λέει το Γερμανό: “να πάρω τη ζακέτα”. Αυτός Δεν καταλάβαινε τι του έλεγε η μάνα μου. Και μας έβγαζε έξω. Αλλά εγώ πήγα από μακριά από γύρω και την πήρα. Η μάνα μου κρύωνε. Πολύ κουρασμένη γυναίκα και κρύωνε περισσότερο. Δεν μου είπε τίποτα ο Γερμανός που πήρα τη ζακέτα. Με είδε που την πήρα αλλά δεν είπε τίποτα. Δεν κατάλαβε και αυτός τι ήθελε η μάνα μου. Φύγαμε. Μας έβγαλαν στο χωριό κάτω. Έξω. Μας πήγαν πρώτα στην πλατεία. Έβγαλαν τη διαταγή και μας λέει ο Πρόεδρος τώρα πρέπει να πάμε στην Τρανή τη Στράτα. Εκεί μας πήγαν. Εκεί ήτανε ένα τρανό χωράφι και μετά ήταν κατήφορος. Πλάγια. Ρουμάνι. Μας έβαλαν εκεί, αλλά ευτυχώς Ήταν δύο από τις αχλαδιές στις τρανές. Έκαναν και λίγο ίσκιο, γιατί ήταν και ζέστη. Μας έβαλαν εκεί. Όλοι εκεί. Μόνο η κουνιάδα μου είχε απομείνει μέσα γιατί είχε φούρνο, ζύμωσε το ψωμί, να το ρίξει στο φούρνο, και μαζί με μία άλλη γυναίκα, πάει ο Γερμανός εκεί, είδα το φούρνο που έκαιγε για το ψωμί και την κράτησαν να το ρίξει το ψωμί μέσα στο φούρνο. Ναι.

Ερώτηση: Ποια ήταν η κουνιάδα σας; Ποιες έμειναν πίσω;

Απάντηση: Η κουνιάδα μου ήταν η Σουλτάνα Αδάμου. Είχανε τα γάλατα στο να τα κάνουν τυρί. Αλλά εγώ την είπα ότι φεύγω. Απέναντι μέναμε, φιλενάδες πρώτες ήμασταν. Εγώ της είπα ότι φεύγω, αλλά ήτανε μία γειτόνισσα εκεί δίπλα η Ασπασία πιο μεγάλη ήταν αυτή. Και είπε ότι θα κάτσει αυτή μαζί της. Εγώ δεν μπορούσα να τη βοηθήσω παραπάνω. Την περίμεναν, έριξε το ψωμί στο φούρνο, και την πήραν και αυτήν ύστερα κάτω. Μαζί με μας όλους. Περιμέναμε εκεί. Ήρθε η διαταγή να σκοτώσουν το χωριό όλο.

Ερώτηση: Γιατί; τι είχατε κάνει;

Απάντηση: Τίποτα. Ήταν ο ανταρτοχώρι. Που ξέρουμε τι έκαναν; τι ξέραμε εμείς; μας είπαν ότι θα μας σκοτώσουν. Μας έβαλαν στη σειρά. Έλεγε η μάνα μου, “όλοι θα σκοτωθούμε”. Πόσοι άντρες έφυγαν μόνο θα ζήσουν. Δεν θα δούμε άλλη γενιά. Έκλαιγε ο κόσμος. Αγκαλιάζονταν. Φιλιούνταν. Περίμεναν να σκοτωθούν. Αλλά έτυχε μία γυναίκα γεννούσε στο χωριό μέσα. Αυτή η γυναίκα ήταν του Μίχου. Πέθαναν όλοι αυτοί τώρα. Γεννούσε αυτή στο σπίτι της μέσα. Απέναντι από την Τρανή τη στράτα. Πάνω από το λάκκο τον τρανό που είχαμε εμείς. Για αυτό δεν μας σκότωσαν εμάς. Γεννούσε η γυναίκα. Περίμενε ο Γερμανός εκεί να γεννήσει η γυναίκα. Τον Γιώργο έκανε. Όλοι Γερμανό τον φωνάζαμε. Ξεγέννησε το παιδί, και το πήρε αγκαλιά ο Γερμανός με μία κουβέρτα, και τη γυναίκα ο άλλος αγκαζέ και την έφερε εκεί πέρα. Και έτσι γλιτώσαμε. Αλλιώς θα μας είχαν σκοτώσει.

Ερώτηση: Πείτε μου λίγο τα ονόματά τους η γυναίκα ήταν η… Πώς τη λέγανε;

Απάντηση: Πώς Την έλεγαν… Βάγια μου φαίνεται την έλεγαν…

Ερώτηση: Το παιδί; ο Γιώργος; το επίθετό τους;

Απάντηση: Μίχος. Όμως όλο Γερμανό τον λέγαμε. Γιατί γεννήθηκε εκείνη τη μέρα. Και όταν την είδαμε να έρχεται με τον Γερμανό, “νάτη η Πουλιάκω “, είπαμε. “το καημένο το παιδί θα απομείνει ορφανό. Θα τη σκοτώσουν αυτή, και θα πάρουν το παιδί”. Και ήρθε αυτήν η διαταγή, λέει “χαρίζεται το χωριό”. Κλάματα, κακό. Κλαίγαμε από χαρά ύστερα.

Ερώτηση: Εκεί που ήσασταν, σας είχανε όρθιους να περιμένετε;

Απάντηση: Όρθιοι, όρθιοι. Σε σειρά, ο καθένας σε σειρά.

Ερώτηση: Σας σημάδευαν με κανένα όπλο;

Απάντηση: Με τα όπλα. Και μας σημάδευαν να μας σκοτώσουν όλους. Εγώ έλεγα τον αδερφό μου τον Κόλιο (Νικόλα): “εγώ θα ζήσω. Θα πέσω κάτω από σένα και δεν θα με πάρουν οι σφαίρες”. Και γελούσα. Σαν παιδάκια. Μας άφησαν ύστερα Και μπήκαν μέσα στο χωριό. Το κάψαν όλο το χωριό. Δεν άφησαν τίποτα. Το σπίτι το δικό μας δεν έκαιγε. Γιατί δεν είχε τίποτα να κάψει, εδώ χαμηλά χώμα. Ήταν μόνο το ξύλο από πάνω. Και πώς πήραν το στρώμα, ούτε τα στρώματα τα φτιάχναμε με άχυρο μέσα, μάλλον με φύλλα ξερά, γιατί ήταν πιο υγιεινό… Έβαλαν το στρώμα φωτιά, και κάηκε το σπίτι. Και χαμηλά εδώ Έβαλα ένα τσουβάλι σιτάρι. Ένα τσουβάλι είχαμε, δεν είχαμε άλλο. Και έβαλαν το στρώμα από πάνω και κάηκε και το σιτάρι. Πήγαμε να πάρουμε το τσουβάλι μετά όταν φεύγαμε, την άλλη τη μέρα είχαμε πάει να πάρουμε το σιτάρι, από το Άργος είχαμε έρθει. Είχε δοθεί διαταγή, όλο το Κωσταράζι να πάει στο Άργος. Η πεθερά μου είχαν πάει στο Βογατσικό. Ήρθαν τα αυτοκίνητα τα στρατιωτικά, μας ανέβασαν πάνω, μας πήραν όλους. Όλα είχαν καεί. Δεν άφησαν τίποτα. Ούτε σπίτια, ούτε τίποτα. Και ήρθε ο Στρατός, μας πήρε να μας πάει στο Άργος.

Ερώτηση: Πού καθίσατε στο Άργος;

Απάντηση: Εμείς στο Άργος πήγαμε, εκεί που είναι τα ταξί τώρα, είχε ο Ζάχος ένα τρανό χώρο, το είχε κλινική εκεί. Πέντε οικογένειες ήμασταν εκεί. Επειδή ο πατέρας μου ήταν πολύτεκνος μας ήθελαν σε πολλά σπίτια. Αλλά επειδή ήμασταν λίγο μεγάλες εμείς, και όπου πηγαίναμε ήταν όλο παιδιά (αγόρια) τρανά. Και έλεγε ο πατέρας μου να μην πάμε εκεί για να μη μας γελάνε τα παιδιά και μας βιάζουν. Και δεν πηγαίναμε. Καθίσαμε Λοιπόν εμείς εκεί. Όλα τα χρόνια εκεί καθίσαμε.

Ερώτηση: Πόσο καιρό καθίσατε εκεί;

Απάντηση: Τρία χρόνια κάτσαμε. Εγώ δούλευα.

Ερώτηση: Δουλεύατε; δεν πήγατε σχολείο εκεί πέρα;

Απάντηση: Εγώ εκεί πήγα στο ρουμανικό το σχολείο. Κάνα δυο τρεις μήνες, αλλά πάλι δούλευα.

Ερώτηση: Τι δουλεύατε;

Απάντηση: Πήγαινα στα καπνά. Ραμάτιαζα. Και σε καλαμπόκια, σε μπαχτσέδες πηγαίναμε και καθαρίζαμε. Ήτανε κι άλλες μεγάλες γυναίκες, αλλά εγώ ήμουν πολύ δραστήρια, και με έπαιρναν και εμένα. Το έπαιρνα το μεροκάματο. Οκτώ δραχμές μας έδιναν. Μία δεκάρα τι ραμάτα. Έβγαζα πέντε ραμάτες, έπαιρνα μισή δραχμή. Ύστερα έβγαζα δέκα ραμάτες. Ήταν εκεί δύο παιδιά. Ήταν ο ζαβόΝίκος ο Καραγεωργίου. Πεθάναν αυτοί τώρα. Αυτός ο Νίκος είχε ένα κορίτσι το πήραν σαν υπηρέτρια μέσα. Αυτός το ήθελε το κορίτσι και εγώ δεν ήξερα. Αλλά αυτός ήταν καλός. Εμένα με σέβονταν. Ο άλλος ήταν λίγο βρωμιάρης. Μου έλεγε κουβέντες. Μία μέρα τον είπα ότι Άμα συνεχίσει θα του σπάσω τα γυαλιά, θα του δώσω μία. Δεν σήκωνα εγώ τέτοιο πράγμα. Και τον είπα τον Νίκο μία μέρα, να μαζέψει τον αδερφό του, αλλιώς θα φάει σφαλιάρα. Μία γειτόνισσα πίσω από το σπίτι της είχε έναν χώρο άδειο. Μας έβλεπε που ήμασταν φτωχοί και μας έλεγε να πηγαίνουμε να πλένουμε σε αυτήν. Είχε πλυσταριό. Να μην τρέχουμε να κουβαλάμε νερό. Κατίγκω την έλεγαν. Μας άφησε να βάλουμε και το γαϊδούρι και τα τρία γίδια που είχε ο πατέρας μου. […] περάσαμε καλά όλα τα χρόνια. Σαν μία οικογένεια.

Ερώτηση: Εντάξει. Ζήσατε αυτά τα δύο τρία χρόνια εκεί. Μετά τι κάνατε; γυρίσατε στο παλιό το Κωσταράζι;

Απάντηση: Εμείς ήταν να γυρίσουμε στο χωριό γιατί είχαμε χωράφια εδώ κάτω, είχαμε αμπέλια. Και θέλαμε να τα χωράφια να τα δουλέψουμε. Ήταν ο καιρός να βάλουμε τα καλαμπόκια. Το σιτάρι το είχαμε μάσει.

Ερώτηση: Και πού μένετε;

Απάντηση: Στο Άργος. Από το Άργος ερχόμασταν. Εμείς ερχόμασταν από το Άργος, και κάθε μέρα περνούσε η φάλαγγα του στρατού. Με τα αυτοκίνητα ερχόμασταν. Κάθε μέρα. Όχι με τα πόδια. Και το βράδυ σχολάσαμε όταν περνούσε Ο στρατός. Και μας έπαιρνε.

Ερώτηση: Αντιμετωπίσατε ποτέ κανένα πρόβλημα με τους αντάρτες;

Απάντηση: Όχι. Όχι.

Ερώτηση: Είχατε κανένα δικό σας, σας πήρανε σας στο  παιδομάζωμα;

Απάντηση: Όχι.

Ερώτηση: Και πώς έγινε το χωριό εδώ μετά;

Απάντηση: Στις αρχές εδώ έφτιαξαν παράγκες. Το πάνω το χωριό του βρήκαν ακατάλληλο, δεν μπορούσε ούτε αυτοκίνητο να πάει ούτε τίποτα. Και έφτιαξαν παράγκες εδώ να ‘ρθουμε. Εμείς τώρα ήμασταν από τους πρώτους που ήρθαμε. Εκεί που ήμασταν, που καθόμασταν πρώτα, μας έβγαλαν από κει. Εμείς δικαιούμασταν επειδή ήμασταν πολύτεκνοι να πάρουμε πρώτοι. Αλλά πήραν άλλοι που είχαν τα μέσα. Εμείς μείναμε απέξω. Εμάς μας έβαλαν σε μία παράγκα εδώ στο Άργος κοντά στο ταχυδρομείο που είναι τώρα. […] και βρέθηκε ο Ζάχος τότε ο γνωστός, και του είπε του πατέρα μου να μην ξαναπάει σε παράγκα. Να πάει στο σπίτι του που είχε δύο δωμάτια άδεια και κουζίνα και να κάτσει μέσα με την οικογένεια. Ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε γιατί θα μας έκαναν εμάς υπηρέτριες. Ήταν περήφανος άνθρωπος ο πατέρας μου. Έτσι μετά μας έφεραν εδώ στο χωριό. Αλλά σε μεγάλη παράγκα. Όσοι ήταν πολύτεκνοι τους έδιναν μία παράγκα που είχε ένα δωμάτιο και ένα χολ μπροστά. Οι άλλοι είχαν όλοι μικρή παράγκα. Ένα δωμάτιο μόνο. Αλλά έπαιρνε με αυτή που είχαν τα μέσα, έπαιρναν και μεγάλη παράγκα. Έπειτα εμείς όταν ήρθαμε εδώ, επειδή είχαμε καλύβες μέσα στο αμπέλι, έστησε ο πατέρας μου μία Καλύβα. Και περισσότερο μέναμε εκεί. Καλά ήμασταν. Ωραία ήμασταν. Και ήρθαμε εδώ ύστερα. Τακτοποιηθήκαμε. Και ύστερα βγήκε το παλιό το χωριό πάνω ακατάλληλο. Ο Παπαδόπουλος το έβγαλε ακατάλληλο. Ούτε ο δρόμος υπήρχε ούτε τίποτα. Και βγήκε η διαταγή το χωριό να γίνει εδώ κάτω. Ο κόσμος θα αντιδρούσε γιατί ο μόνος κάμπος ήταν αυτός εδώ, εδώ είχαν τα χωράφια για να ζήσουν. Να σπείρουν τα χωράφια. Δεν είχαν αλλού πουθενά. Εμάς δεν μας πείραζε, γιατί δεν είχαμε εδώ χωράφια. Τα δικά μας ήταν πέρα. Αλλά όσοι είχαν εδώ χωράφια αντιδρούσαν. Αλλά το έφτιαξαν εδώ το χωριό. Και μας έδωσαν από ένα οικόπεδο.

Ερώτηση: Το δικό σας το σπίτι που ήτανε;

Απάντηση: Εδώ. Εδώ. Μας έδωσαν το οικόπεδο, και το οικόπεδο που μας έδωσαν είναι μικρό. Το κόβει εδώ ο λάκκος κάτω. Το άλλο είναι πιο μεγάλα, το δικό μας είναι μικρό. Δεν μας έδωσαν ένα μεγάλο. Η αδερφή μου ήταν αρραβωνιασμένη. Ο αδερφός μου ο τρανός ήταν αρραβωνιασμένος. Να κάνουμε το γάμο. Να φτιάξουμε το σπίτι. Παντρεύτηκε σ’ ένα δωμάτιο. Έφτιαξε ο αδερφός μου ένα δωμάτιο. Η αδερφή μου στην παράγκα παντρεύτηκε. Ήταν ο άντρας της στην παράγκα, εκεί έκατσε. Μέσα σε μία οικογένεια, όλοι εκεί παντρεύτηκαν. Αυτοί που παντρεύτηκαν εκείνα τα χρόνια, και εγώ παντρεύτηκα, κοιμόμουν μέσα μαζί με τα πεθερικά. Ένα δωμάτιο είχαμε. Κατάλαβες; Και είπα τότε ότι άμα ζήσω και μπορέσω θα φτιάξω στα παιδιά μου από ένα σπίτι. Πήγαμε στη Γερμανία και δουλέψαμε, δόξα τω Θεώ τι είχαμε καλές δουλειές.

Ερώτηση: Πότε πήγατε στη Γερμανία;

Απάντηση: Το ’70- ’71. Όχι. Το 70 πήγε ο άντρας μου και το 71 πήγα εγώ. Δεν μπόρεσε πιο νωρίς. Επειδή ο κουνιάδος μου έφυγε με τους αντάρτες.

Ερώτηση: Ποιος ήταν ο κουνιάδος σας;

Απάντηση: Ο Λάμπρος Αδάμου. Αυτός πέθανε στη Ρωσία. Αυτός είχε μανία τα όπλα. Όταν έκανε επιστροφή χώρισε ο Στράτος, δεν κοιτούσε να πάρει όπως έπαιρνε ο κόσμος κουβέρτες και τέτοια, όπλα κοιτούσε να πάρει. Ένα τσουβάλι σφαίρες έφερε. Και ένα όπλο. Κι ύστερα όταν τον πρότειναν οι αντάρτες δεν ήθελε να πάει. […]Ταλαιπωρήθηκε Η οικογένεια όλοι από αυτόν. Όλοι αντίθετοι ήταν, κανένας δεν ήθελε να πάει, αλλά ταλαιπωρήθηκαν. Τον δικό μου τον άντρα τον είχανε πάρει μπροστά μπροστά και τον έβαλαν μπροστά για να σκοτωθεί. Σε ναρκοπέδιο. Μόλις πέρασαν αυτοί από πίσω σκοτώθηκαν πέντε. Ένας άντρας λέει “τους βοηθάει ο θεός είναι είναι αθώοι”. Ζήτησαν από την πεθερά μου 20 λίρες για να τον βγάλουν εκεί που τον είχαν κρυμμένο τον άντρα μου. Δεν ήξερε η πεθερά μου που ήταν ο άντρας μου.

Ερώτηση: Ποιοι ζήτησαν;

Απάντηση: Δύο άτομα από το χωριό. Τους ξέρουμε ποιοι ήταν, τους ήξερε η πεθερά μου. Ζήτησαν 20 λίρες, να μιλήσω στον τρανό, να τον βγάλουν έξω τον άντρα μου. Ήξεραν ότι είναι αθώος. Αλλά ήθελαν λίρες. Λέει ο πεθερός μου: “Η φυλακή είναι για τους λεβέντες. Δεν θα δώσεις δεκάρα γιατί θα σε σκοτώσω αλλιώς”. Και έτσι μετά τους είχανε γέννα τύπου δεν έδωσαν τα χρήματα. Και η πεθερά μου μετά τα ‘λεγε σε όλο τον κόσμο και δεν φοβόταν, και τους ίδιους τους έλεγε, τους κατηγορούσε. Μετά τον πήραν φαντάρο τον Νικόλα, γιατί ήρθε ο καιρός που Τον έβγαλαν. και πως τον βρήκαμε; πήγα εγώ μία μέρα πώς λένε εκεί στην Καστοριά. Μία γνωστή από τότε που καθόμασταν στο Άργος, μου είπε να πάμε στη Μητρόπολη. Τέτοια ρούχα είναι παπούτσια έστελναν ο κόσμος ρούχα και παπούτσια για να τα παίρνουν οι φτωχοί. Και πήγαμε να πάρουμε φουστάνια και παπούτσια και και εγώ πήρα μαζί μου ακόμα μία φιλενάδα. Και μετά αυτή ήθελε να πάει να δει μία θεία της εκεί κοντά. Και πήγα και εγώ μαζί της. Και εκεί κοντά, στο Ρουμανικό το σχολείο είδα τον Νικόλα μέσα τον είχανε, μαζί με έναν ακόμα. Και πήγα του είπα αμέσως την πεθερά μου. Η πεθερά μου όλον αυτόν τον καιρό ερχόταν κάθε μέρα στο Άργος. Και προσπαθούσε να μάθει νέα. Αλλά φοβόμασταν όλοι, γιατί ήταν ο Λάμπρος αντάρτης. Δεν ήταν κακοί άνθρωποι, αθώοι ήταν. Αλλά από το Λάμπρο φοβόταν όλοι. Και Έτσι της είπα ότι είναι στο ρουμανικό σχολείο στην Καστοριά. Και να πάει να ρωτήσει τον Θανάση τον Γκάσα. Δικός μας ήταν. Πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου. Αυτός έκαμε εμπόριο. Μας έφερνε σόμπες, μας έφερνε νεροχύτες ακόμα πάνω στο παλιό το χωριό. Και η πεθερά μου με ρώτησε: “πού τον είδες;”. Και εγώ της είπα: “τον είδα και είναι καλά. Αλλά φοβόμουν να του μιλήσω”. Εμείς εκείνη τη μέρα μαζί Είχαμε πάει με τη φιλενάδα. Αφού είχαμε πάρει δύο φουστάνια δύο ζευγάρια παντόφλες η καθεμία. Πήραμε και δύο ζευγάρια παπούτσια αλλά δεν μας έκαναν, και το αφήσαμε. Ας το πάρει κανένας άλλος. Και πήγε η πεθερά μου και τον βρήκε και τον πήρε τον Νικόλα. Και μετά τον πήραν φαντάρο. Τρία χρόνια έκατσε φαντάρος. Αλλά εκεί που πάει, τον πήγαν στη Μακρόνησο, με το ξύλο τους χτυπούσαν να πουν ένα τραγούδι. Το ήξεραν αυτοί το τραγούδι; πώς θα το τραγουδούσαν; από το πρόβατα άνθρωποι ήτανε. Είχε ένα σημάδι Πάντα ο άντρας μου από το ξύλο αυτό, πολύ ξύλο. Πνίγονταν τη θάλασσα ο κόσμος. Τους έπνιγαν, αυτή η Βασιλική. Δεν ήξερε ο κόσμος ούτε που πήγαινε ούτε τίποτα. Με το βρήκε ένας αξιωματικός αλλά τον βρήκε τον άντρα μου ένας αξιωματικός εκεί, αφού είχε καθίσει κάνα μήνα, και ήταν ένας αξιωματικός που τον αγαπούσε πολύ. Και ρώτησε γιατί τον έβαλαν εκεί. Και ο Νίκολας απάντησε λόγω του αδερφού του. Και τον πήρε ο αξιωματικός μαζί του. Κοντά του. Και έκαναν όλες τις δουλειές μαζί, μεταφορές και τέτοια πράγματα. Πάει στη δουλειά του αξιωματικού και τι να δει;. Ήταν τρεις-τέσσερις χωριανοί εκεί. Τα γένια μέχρι κάτω μακριά. Δεν είχαν ψωμί να φάνε. Ζήτησε από Τον αξιωματικό κάνα δυο λεπίδες να πάει να τους ξυρίσει. Και είπε: “σήμερα το ψωμί λέει να φάμε λιγότερο, για να δώσουμε και σε αυτούς εδώ”. Μάζεψε ψωμί και τους έδωσε όλους να φάνε. Και τους ξύρισε. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες ήρθε μία διαταγή και τους έδιωξαν αυτός από κει. Ήρθαν εδώ στο χωριό. Τους είχαν πάρει και αυτός για υπόπτους. Τι ήξεραν αυτοί οι άνθρωποι; δεν είχαν και κανέναν. Από έξω από τα πρόβατα τους πήραν. Αλλά ο άντρας μου ήταν συνέχεια με Τον αξιωματικό. Ήρθε αυτός μετά στο Λαύριο και Ήρθε και ο άντρας μου μαζί. Πέρασε καλή θητεία μαζί του. Περάσαμε πολλά.

Ερώτηση: Ναι, πραγματικά.

Απάντηση: Εμείς με τον άντρα μου μεγαλώσαμε σε μία γειτονιά. Μαζί μεγαλώσαμε. Με την αδερφή του Εγώ ήμουνα κολλητή. Και εμείς όλοι Είμαστε συγγενείς, δεν ήμασταν ξένοι. Από τόσα χρόνια φαντάρος. Πήγε μικρό παιδί, και γύρισε αλλιώτικος. Μεγάλωσε. Ήταν ένας λεβέντης. Ήμουν με τον κουνιάδο μου μία μέρα, και αναρωτιόμασταν ποιος είναι αυτός. Κάποια μας είπε ότι είναι ο Νίκος ο Αδάμος. Εγώ ούτε τον αδερφό μου δεν είδα έτσι, δεν χάρηκα τόσο. Μαζί μεγαλώναμε. Τότε κάναμε βόλτα κάτω στο Δημόσιο. Έφυγα από την παρέα που ήμουνα, και πήγα και τον βρήκα, τον είδα. Με κοίταξε και αυτός και δεν με γνώρισε. Εγώ πήγα τον αγκάλιασα και τον καλωσόρισα. Πού Χαθήκαμε βρε;

Ερώτηση: πόσο χρονών είσαι αυτό τότε;

Απάντηση: Εγώ ήμουν στα 19 στα 20. Είχε έρθει με άδεια για το Πάσχα. Εκκλησιαστικά με μαζί, ερχόταν κάθε μέρα στον αδερφό μου στο σπίτι. Εγώ καθόμασταν εκεί. Σαν αδέρφια Όχι για να τον πάρω άντρα. Αλλά αυτός έλεγε πάντα: “ακόμα τα παιδιά που ήμασταν μικρά, είπα ότι άμα μεγαλώσω θα σε πάρω”. Που υπολόγιζα εγώ να πάρω αυτόν; αυτός ήταν το πρώτο σπίτι μέσα στο χωριό, εμείς με τόση φτώχεια δεν είχαμε τίποτα. Όταν αρραβωνιάστηκα, ούτε ένα μαντήλι δεν είχαμε να βάλουμε στο βασιλικό. Από τη νύφη μου πήραμε. Φτωχοί άνθρωποι ήμασταν. Η πεθερά μου έλεγε τι να πάρει εμένα που ήταν που είμαι φτωχή. Του έδιναν λίρες και χωράφια. Ο Νικόλας έλεγε ότι δεν θέλει με προξενιά όποια Ήθελε αυτός θα πάρει όταν ερχόταν η ώρα να παντρευτεί. […] Τι να σου πω πόσα πέρασα, βάσανα, πολλά βάσανα. Και αρραβωνιάστηκε ο αδερφός μου στο Γέρμα. Κι ήρθε η νύφη ημέρα του Αη Γιώργη. Και είχε έρθει και δύο μέρες πιο νωρίς. Και μου μίλησε για κάποιον που με ήθελε να με παντρευτεί και μου είπε ότι θα ζήσω στην Καστοριά. Όχι στο χωριό. Να πάω στο χωριό στο Γέρμα, να τον δω να τον γνωρίσω. Κι άμα ήθελα μετά να τον πάρω. Και ετοιμάστηκα εγώ να πάω στο Γέρμα. Εγώ δεν ήθελα να πάω σε ένα χωριό. Αλλά αυτός θα ήταν στην Καστοριά. Και μου άρεσε η ιδέα. Ο αδερφός μου μου είπε να το τολμήσω, για να μην πάρω κανέναν από το χωριό και τυραννιέμαι μία ζωή. Ο αδερφός μου είχε μάθει ότι πράγματι Αυτός ήταν, η οικογένειά του οι πρώτοι νοικοκυραίοι. Εκείνη τη μέρα που ήρθε η νύφη μου, εγώ πήγα να ξεκουραστώ. Ήμουν πολύ κουρασμένη από το Πάσχα. Ήρθε όμως η πεθερά Της κουνιάδας μου και με φώναξε. Είχαμε κόσμο. Είχε έρθει η νύφη, και ερχόταν κόσμος να τη δει. 20- 30 άτομα κάθε μέρα. Αυτή Ήθελε να δει τον αδερφό μου. Τον φώναξα. “Ξέρεις τι ήθελα να σου πω;” του λέει, “είπε ο Νίκος για την Αγνή”. “τι λες; εμείς έχουμε άλλο γαμπρό εδώ που προξενεύει για την Αγνή”.

Ερώτηση: Πρέπει να ήσασταν πολύ όμορφη, πολύ νοικοκυρά.

Απάντηση: Τέτοια ήμουν. Ανοιχτός χαρακτήρας. Δεν λογάριαζα τίποτα. Και έρχεται πάνω και μου λέει ότι ο Νίκολας ο Αδάμου με θέλει. “Σώπα βρε. Τώρα ,του λέω, έχουμε να πάμε στο Γερμα”. Και δεν είπα τίποτα. Η πεθερά μου ήταν αντίθετοι. Και δεν με ήθελε ούτε η κουνιάδα μου, ούτε η πεθερά μου. Γιατί τον έδιναν και λίρες και χωράφια. Αλλά αυτός δεν ήθελε. Και πήγε μίλησε στον πεθερό μου. “Πατέρα αποφάσισα να παντρευτώ”. “Καιρός είναι”, του λέει. “Παντρέψου ποια δουλειά βρήκες όλο το Πάσχα δουλειά εγώ εδώ που το Πάσχα. Βρήκες τώρα το Πάσχα καμία;”. “Βρήκα. Αλλά όχι τώρα το Πάσχα. Από τη μέρα που γεννήθηκα την βρήκα”. “Ποια είναι αυτή΄”; “είναι η Αγνή”. ” Νικόλα σύρε πάρ’την. Μην κοιτάς όλες αυτές, τις άλλες. Δεν είναι για το δικό μας σπίτι αυτές. Που σου δίνουν παράδες. Δεν μπορούν στο δικό μας το σπίτι να ζήσουν αυτές. Εμείς έχουμε πρόβατα, έχουμε γάλατα, έχουμε χωράφια. Αυτές δεν ξέρουν από αυτά τα πράγματα. Μάλωσε με την πεθερά μου. Σηκώθηκε και ήρθε. Και αρραβωνιαστήκαμε. Και παντρευτήκαμε. Ζήσαμε 55 χρόνια μαζί. Δεν είχαμε αλλάξει κακή κουβέντα ούτε μία φορά ο ένας με τον άλλον. Απορούσαν και τα παιδιά μας. Εμείς συνεννοούμασταν. Τόσο αγαπημένο ζευγάρι.

Ερώτηση: Μπράβο.

Απάντηση: Και είχε πει και τα παιδιά ο άντρας μου. Δεν πρόκειται να τους διαλέξει αυτός νύφες. Αυτοί ξέρουν τη ζωή τους, αυτοί θα διαλέξουν. Αυτοί θα ζήσουν με τις γυναίκες τους. […] Τους Κάναμε από ένα σπίτι και τους δύο και έζησαν εκεί μέσα.

Ερώτηση: Μπράβο σας. Μπράβο κυρία Αγνή Μπράβο σας. Σας ευχαριστώ πολύ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: